Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Πενήντα χρόνια από την δολοφονία του Γρ. Λαµπράκη ή η πολιτική ως πολιτιστική πρόταση*

Από το Όλνερµάστον στον Μαραθώνα: 


της Ελένης Καρασαββίδου∗ 

α. Το ιστορικό πλαίσιο Ο διπολικός (και δοσµένος σε «δυνατά σκαριά» που κουβαλούσαν στους ωκεανούς της ιστορίας αδιάψευστα ακόµη οράµατα αλλά κι οριακούς κινδύνους) µεταπολεµικός κόσµος, ήταν πολύ διαφορετικός από τον (ανεβασµένο σε σκαρί δίχως καµιά πραγµατική πυξίδα) ερηµικό υπαρξιακά κι όµως απαιτητικό πολιτικά κόσµο που βιώνουµε σήµερα. Σ’ εκείνον τον κόσµο όπου η προοπτική µιας κοινωνίας δικαιότερης έκανε πικρότερο το ενδεχόµενο µιας πυρηνικής καταστροφής, αναπτύχθηκε ως προποµπός κινηµάτων που θα χάραζαν µε τα νύχια τους βαθιά την µάσκα της «τάξης πραγµάτων», το πρώτο µετά τον Ισπανικό εµφύλιο διεθνιστικό κίνηµα του 20ου αιώνα. Το Κίνηµα Ειρήνης, συγκεντρώνοντας στις τάξεις του τους πιο ανήσυχους κι ανιδιοτελείς νέους και νέες της εποχής, βάζοντας την κοινωνία και την λεγόµενη διπλωµατία των πολιτών1 απέναντι στην κούρσα εξοπλισµών των «δυο µεγάλων», συνδύαζε ταυτόχρονα και την έντονη παρουσία ανθρώπων µιας ακαταπόνητης µπροστά στις ευθύνες της «διανόησης» κι ενός εξεγερµένου κι απέναντι από την ύπαρξη του (όπως θα ’δειχνε λίγα χρόνια µετά «ο Μάης») πολιτισµού. Αν άνθρωποι όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Γκάντι, ο Αϊνστάιν, ο Σαρλό, ο Νερούντα, ο Χικµέτ, και βέβαια ο Ράσελ και τόσοι άλλοι το ενέπνευσαν και ουσιαστικά το «µορφοποίησαν», αν χιλιάδες ηρωικοί ανώνυµοι το στήριξαν µε κόστος ζωής 2 , κι αν σε χώρες όπως η Αγγλία µπήκε καρφί στο µυαλό των ησυχασµένων βάζοντας την πρώτη Ευρωπαϊκή σπορά στις πορείες ενάντια στην Αµερικάνικη βάση του Ολντερµάστον, σε χώρες µετεµφυλιακές όπως η Ελλάδα το κίνηµα αυτό απέκτησε κάποιες από τις τραγικότερές του στιγµές3 και συνδέθηκε µε το όνοµα ενός µάρτυρα της Ειρήνης: Του Γρηγόρη Λαµπράκη. Στην ανακοίνωσή µας θα προσπαθήσουµε να δούµε πλευρές από τις ποικίλες κι αλληλοσυγκρουόµενες αναπαραστάσεις των τραγικών γεγονότων της Θεσσαλονίκης του 1963, που στιγµάτισε βαθιά το ελληνικό πολιτικό παράδειγµα, την ιδιαίτερη πολιτικοινωνική µας ιστορία. β. Το ιδιαίτερο ελληνικό πλαίσιο Ο Απρίλης του ’63 έβρισκε την Αθήνα να υποδέχεται ράθυµη µια ακόµη άνοιξη µε ηλιόλουστες ταινίες στο σινεµά και τραγωδίες στα ξερονήσια. Η ελληνική πολιτική σκηνή, µέσα σε µια οικονοµία που κάλπαζε παγκόσµια, έφτιαχνε µέσω του σχεδίου Μάρσαλ και µιας αστικής τάξη κοµπραδόρικης βιοµήχανους αλλά όχι βιοµηχανία. 4 Και η ελληνική αριστερά, κυνηγηµένη έντονα κι άρα ανίκανη να δει πληγές που είχαν κακοφορµίσει στο εσωτερικό της, ετοιµαζόταν την ίδια ώρα να σηκώσει µε γενναίο ανάστηµα που ξεπερνούσε τις αδυναµίες της, την πρόκληση ενός κινήµατος που θα συµβάδιζε µε τις µεγαλύτερες αξίες της ανθρωπότητας, του κινήµατος Ειρήνης. 

_________________
∗ Ελένη Καρασαββίδου, διδάκτορας λογοτεχνίας Α.Π.Θ. 
Email: elenikapa1@gmail.com 
1 (Σκλιάς, Χουλιάρας, 2002) 
2 http://eedye.gr/ιστορικές-µορφές-του-κινήµατος-ειρήν/ 
3 (Δούκας, 46) 
4 http://www.eliamep.gr/old/eliamep/files/op0201.PDF «Μια λαµπρή απόδειξη… πως η χειµαζώµενη αυτή χώρα, η έκθετη στην ασέβεια και στην καταδροµή, η καταπατηµένη από τα ίδια της τα σαπρόφυτα, διατηρεί ανέπαφη τις µεγάλες της ρίζες… Μόνο που οι Μαραθωνοµάχοι αυτοί είναι λεηλατηµένοι από κάθε πανοπλία κι από κάθε µέσο…»
5 θα γράψει ο Νικηφόρος Βρεττάκος µεταγράφοντας το ιστορικά πρόσκαιρο πολιτικό διακύβευµα της συγκυρίας σε αιώνιο αίτηµα της λογοτεχνίας. 


Αλλά το πολιτικό διακύβευµα του κινήµατος Ειρήνης σε έναν διπολικό κόσµο, όπως εκφραζόταν σε µια χώρα µεταβατική ανάµεσα σε Ανατολή και Δύση η οποία είχε πρόσφατα περάσει από εµφύλιο, έφερνε (µπορεί άτσαλα µα πάντως συναρπαστικά) στην επιφάνεια έναν βαθύτατο διάλογο που αφορούσε την συλλογική µας αυτοεικόνα, αποκτώντας πιθανόν δυναµικές και διαστάσεις διαφορετικές σε ένταση από ό,τι σε χώρες µε πιο ξεκάθαρη, σε σχέση µε την συγκεκριµένη γεωπολιτική και πολιτισµική παράµετρο, ταυτότητα.

 γ. Ιχνηλατώντας την τοµή µεταξύ πολιτικού και ιστορικού 
Στην Ελλάδα, η δόµηση ενός συλλογικού εαυτού βασίστηκε σε µια διττή προσέγγιση. Από την µια µεριά ήταν η Δύση, που προσέγγιζε µέσα από τον Διαφωτισµό, αλλά αυτό ήταν διαφορετικό από «µια απλή Δυτική επιβολή ιδεών, καθώς ήταν συχνά ένα όχηµα χειραγώγησης, για να -κατανοήσει τον νεοελληνικό διαφωτισµό αποκλειστικά ως το όχηµα για τον επιφανειακό εκδυτικισµό ή τον εκµοντερνισµό της Ελλάδας»6 
Από την άλλη µεριά ήταν η Ανατολή που περιέργως προσέγγιζε µέσα από µία «Ελληνορθοδοξία», η οποία δεν δρούσε ως ένα όχηµα ενοποίησης µε την υπόλοιπη χριστιανική Ευρώπη, αλλά περισσότερο ως µια ξεχωριστή πίστη που έκανε τους Έλληνες να βλέπουν τον εαυτό τους ως «µια αγνή, ενωµένη φυλή, που είχε ως αποστολή της να υπερασπίζεται µια ροµαντική ιδέα κοινότητας»7 . 
Στην πραγµατικότητα, σε σχέση µε την ιδιαιτερότητα της σύγχρονης Ελλάδας, µπορούµε να παρατηρήσουµε πως, (περίπου όµοια µε πλευρές της Αµερικάνικης κοινωνίας και σε αντίθεση µε την δυτική Ευρώπη που παρατηρήθηκε βαθµιαία υποσκέλιση της θρησκείας ως ενοποιητικού στοιχείου), ο χριστιανισµός στο πέρασµα του χρόνου, ακόµη και µετά την µετάβαση στην υπερτεχνολογική εποχή, παρέµεινε ισχυρός στο εθνικό φαντασιακό, ταυτίζοντας τις έννοιες του Έλληνα πολίτη και του ελληνορθόδοξου. Ταύτιση που παιδοθετήθηκε από το ελληνικό κράτος και έπαιξε εξαιρετικά δυναµικό ρόλο µετεµφυλιακά στον εξοβελισµό από το εθνικό σώµα ανθρώπων µε εναλλακτικές πολιτικές αναγνώσεις σε σχέση µε την θρησκεία και την λειτουργία της. Ως αποτέλεσµα «η Ελλάδα» του βαθέος κράτους έπρεπε να συνδεθεί επιφανειακά και όχι λειτουργικά µε την «αρχαία παιδεία και δόξα» µέσα από τα αντιδάνεια της Δύσης (κι άρα και τον Διαφωτισµό σ’ έναν βαθµό ή µάλλον µία εκδοχή του), κι έπρεπε την ίδια ώρα να είναι ελληνορθόδοξη κι αντίθετη όπως πίστευαν κάποιοι φανατικοί µε τον Διαφωτισµό για να διατηρήσει την συνοχή της. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα, όπως κι αλλού, ήταν ότι αυτή η εθνική συνέχεια και το εθνικό πολιτιστικό µεγαλείο αντλούσαν την δόξα τους όχι από τον πολιτισµικό πλούτο τους (ή αλλιώς τις ετερογένειες τους) αλλά από τον µονολιθικό τους χαρακτήρα, όπως συµβαίνει σε κάθε «απόλυτη» ιδεολογία ανεξάρτητα µε την έννοια ή την αρχή που ντύνει το «απόλυτο». Αλλά, αποκλείοντας τις ετερογένειες από το παρελθόν τους 5 (Βρεττάκος, 2) 6 (Gourgouris 1996, 75) Το σχήµα αυτό ο Gourgouris το βασίζει στον Herzfeld και στην Κυριακίδου Νέστορος, η οποία το «αντλεί» από τον Δηµαρά, που το συνάγει από ερευνητικές πηγές του 14ου αιώνα. 7 (Bien, 2005, 24) σήµαινε ότι οι Έλληνες δεν θα µπορούσαν να παρουσιάζουν µια υβριδική, παρά µονάχα µία απόλυτη, ταυτότητα. Περισσότερο όµως από αυτό, και όµοια µε κάθε απολυτότητα, αναδείχθηκε σε παράµετρο χειραγώγησης της σκέψης και της κρίσης των ανθρώπων, παίζοντας ρόλο κατευνασµού (ή περιστασιακά «βολικής εχθρότητας») σε εσωτερικές αντιθέσεις κι ευρύτερες ανησυχίες. Μετατρέποντας π.χ. Με υπεραπλουστευτικό τρόπο διεθνή κινήµατα σε πρακτορολογικές κινήσεις «βολικών εχθρών». 
Και µετατρεπόµενη σ' έναν τρόπο συµφιλίωσης ή αποδοχής των ανθρώπων µε την µετριοκρατία του παρόντος έπαιξε σηµαντικό ρόλο στην πολιτική ατζέντα. Την ίδια ώρα που αυτό µεταπλασµένο εισχωρούσε κατά την γνώµη µας στις πιο διαφορετικές ιδεολογίες, ανεξάρτητα εάν οι µεν χρησιµοποιούσαν το παρελθόν και οι δε το µέλλον, η κυρίαρχη ανάγνωση παρέµενε των νικητών. Στην περίπτωση της Ελλάδας οι νικητές επένδυαν στην προγονολατρεία, ή, για να χρησιµοποιήσουµε την περίφηµη έκφραση του Kiberd για τους Ιρλανδούς, «οι άνθρωποι µεθούσαν από µνήµη»8 για ν’ αναστήσουν το παρελθόν ως φετίχ, (αρχαίας δόξας ή πρόσφατου εµφυλιακού γκροτέσκου) παρά να ζήσουν στη ροή της άµεσης ιστορίας. Στο πλαίσιο αυτό η προσωπική µαρτυρία, κι άρα το πανταχού παρόν πολύσηµο της ιστορικής στιγµής και της µυθοπλασίας, κυνηγήθηκαν κι ακυρώθηκαν προς χάρη των µεγάλων αφηγήσεων, και η συλλογική ιστορία όπως και η συλλογική συνείδηση των ανθρώπων, µατατράπηκαν σε απλουστευτική κατά βάσην κατασκευή, αποµακρυνόµενες από την σύνθετη έτσι κι αλλιώς αλήθεια. Αυτό συνέβη µε ιδιαίτερη ένταση στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης εκείνων των δεκαετιών, που πέρασε µια καθόλου ουδέτερη και συντριπτική παράλληλα αλλαγή στο πληθυσµιακό της σώµα µε την εξολόθρευση της εβραϊκής της κοινότητας και το κυνήγι, πολλές φορές θανατηφόρο, των πιο ζωντανών της ανθρώπων και στοιχείων9 . 
Εκ παραλλήλου ηγεµόνευσε σε µια όχι µόνο ακριτική µα και ακριτική στα σύνορα των δυο ανταγωνιζόµενων κόσµων πόλη πληθυσµός που είχε αποδεδειγµένα υπηρετήσει τον σκληρό πυρήνα της εθνικοφροσύνης, εθνικοφροσύνης που αντιστρέφοντας το νόηµα του δεν θέλησε ούτε µπόρεσε να διαχωριστεί από τον προδοτικό δοσιλογισµό. Και για τον λόγο αυτόν οι ίδιοι άνθρωποι υπήρξαν απροετοίµαστοι όταν η πραγµατική ιστορία χτύπησε ένα πρωί την πόρτα. δ. Ο Μάης της Θεσσαλονίκης Το τρίτο δεκαήµερο του Μαΐου του 1963 έβρισκε την Ελλάδα στις συνήθεις συνθήκες έκτακτης ανάγκης, αφαιρώντας άλλες φορές ήπια και άλλοτε βίαια τα διακυβεύµατα του κλασσικού κοινοβουλευτισµού, ο οποίος άλλωστε δεν είχε ποτέ εγκαθιδρυθεί στην χώρα. Οι ρίζες αυτής της τακτικής, όσο και οι συνέπειες της, ήταν βαθιές και µακροχρόνιες. Σ ε επίπεδο ν οµικού οπλοστασίου, η εξουσία που εγκαθιδρύθηκε αυτά τ α χρόνια χρησιµοποίησε αβίαστα τις πρακτικές της προηγούµενης της Κατοχής περιόδου , δρέποντας τους σπόρους που είχαν σπείρει τόσο η δικτατορία Μεταξά (1936-1941) όσο και η, προγενέστερη της, συντηρητική στροφή της τελευταίας κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου (1928- 1932), χαρακτηριστικότερο παράδειγµα της οποίας δεν ήταν άλλο από τ ο ιδιώνυ µ ο του 1929 ( ν . 4229/1929). Στροφή που επικύρωσε ανά µ ε σ α σ ε άλλα δύο αυταρχικά νοµοθετήµατα των πρώτων χρόνων της αβασίλευτης δηµοκρατίας (1924- 8 (Kiberd, 1995, 247) 9 (Δούκας, 2011, 46) 1935), το ν.δ της 24 της Απριλίου 1924 ( τ ο περίφηµο «Κατοχυρωτικό » της Κυβέρνησης Παπαναστασίου) και το ν.δ της 2 Ιουνίου 1926 της δικτατορίας Παγκάλου (όπου για πρώτη φορά θεσπιζόταν το διοικητικό µέτρο της εκτόπισης υπόπτων).10 Η στροφή αυτή υπαγορεύτηκε τόσο από την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στα παράλια της Σµύρνης τ ο 1922 που δ ηµιούργησε µέσα από τ ο προσφυγικό ρεύµα τ α πρώτα συγκροτηµένα προλεταριακά στρώµατα στα αστικά κέντρα, όσο και από την διεθνή οικονοµική κρίση του 1929 και τις ποικίλες κοινωνικοπολιτικές δυναµικές της, η οποία επέβαλλε την εµφάνιση ενός πιο παρεµβατικού -αυταρχικού κράτους, µέσω της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1963 η εκτελεστική εξουσία είχε αµφισβητηθεί µε ιδιαίτερη τραχύτητα, ιδιαίτερα µετά την περίοδο που είχε ακολουθήσει την εµβληµατική πορεία του Όλντερµάστον. 
Η πορεία ειρήνης Μαραθώνας-Αθήνα, που απαντήθηκε µε απίστευτη αστυνοµική καταστολή στα όρια των σωµατικών και ψυχολογικών βασανισµών σε Έλληνες και ξένους κυρίως της Αγγλικής επιτροπής του ιδρύµατος Μπ. Ράσσελ, είχε απαντηθεί µε το σώµα ενός αλύγιστου Λαµπράκη να σπάει τον αστυνοµικό κλοιό και να αναδύεται κυριολεκτικά κρατώντας το πανό του Όλντερµάστον από την κορυφή του τύµβου του Μαραθώνα. Ως απάντηση προστέθηκε και το περίφηµο χαστούκι Ιρλανδέζας παντρεµένης µε τον Αµπατιέλλο Μπ. Αµπατιέλλου στην βασίλισσα Φρειδερίκη στο Λονδίνο λίγες ηµέρες µετά. Ενώ η ίδια η Αθήνα ζούσε στους ρυθµούς της ενδόξου επισκέψεως Ντε Γκολ, πιθανότατα στρατηγική κίνηση του φίλου του Κωνσταντίνου Καραµανλή για να εξευρωπαϊσει το προφίλ µιας εξαιρετικά αυταρχικής Ελλάδας, στην Θεσσαλονίκη που ήθελε να τονώσει το προφίλ ως ένα κέντρο της ελληνικής περιφέρειας µέσα από την επίσκεψη ενός σηµαντικού και δη ξένου προσώπου, η επίσκεψη θεωρήθηκε σταθµός και πρόβα τζενεράλε για την ετοιµότητα προσφοράς της παρακρατικής οργάνωσης Καρφίτσα. Αλλά παράλληλα η πόλη θεωρήθηκε τόσο από το Ίδρυµα Μπ. Ράσσελ κι το Κίνηµα Ειρήνης όσο και από την ΕΔΑ πως έπρεπε να λάβει γνώση των τελευταίων δραµατικών γεγονότων και η περίφηµη συγκέντρωση της 22ας Μαίου από το Κίνηµα Ειρηνης ανακοινώθηκε. Τα ίδια τα γεγονότα της ιστορικής βραδιάς, οι προπηλακισµοί, η ανενόχλητη και υποβοηθούµενη οχλοκρατία από την Αστυνοµική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης της εποχής όπως στοιχειοθετήθηκαν εκ των υστέρων απ' την επίσηµη Εισαγγελική έρευνα, οι δολοφονικές επιθέσεις στον Τσαρουχά (που ολοκληρώθηκε µε την δολοφονία του ως χρωστούµενο λίγα χρόνια µετά) και στον Λαµπράκη που ετελεύτησε έπειτα από 3 ηµέρες, αλλά και οι αντίθετες απόψεις για “ένα τυχαίο περιστατικό που προσπάθησε να εκµεταλλευτεί η αντιπολίτευση” έχουν κριθεί από την ίδια την ελληνική δικαιοσύνη (παρόλο που ουσιαστικά δεν ετιµώρησε ποτέ βαθµοφόρους τους οποίους η κοινή συνείδηση και η ίδια έκρινε ενόχους) κι έχουν περάσει στην ιστορία. Αυτό που µένει και αξίζει µελλοντικά να αναδειχθεί όσον αφορά την παράµετρο της τοπικής και όχι µόνο ιστορίας, είναι ο ρόλος που έπαιξαν οι 100ώρες του Μάη, τα 3 µερόνυχτα που η νεολαία κυρίως της πόλης ξαγρυπνούσε στα γρασίδια του ΑΧΕΠΑ, πολιτισµικά στην απελευθέρωση κυρίως των κοριτσιών. Η Καίτη Τσαρουχά11, κόρη του δολοφονηθέντα βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργη Τσαρουχά, θυµάται πως ήταν η πρώτη φορά που κορίτσια ξενυχτούσαν µαζικά όλο το βράδυ σε δηµόσιο χώρο στο πλάι αγοριών, 10 (Μαρίνος, 2014) 11 Σε προσωπική συνέντευξη που της πήραµε στη διάρκεια της έρευνας γι' αυτό το άρθρο στις 9 Μαίου του 2014. προξενώντας τις ειρωνείες συντηρητικών κύκλων µε σχετική ανάρτηση που θα δούµε στον ελληνικό Βορρά, όσο και πολιτικά στην ίδρυση της Δηµοκρατικής Νεολαίας Λαµπράκη. ε. Τα κριτήρια της σύγκρισης Τα ίδια τα γεγονότα στην ιστορική τους διάσταση δεν θα µπορούσαν να αποτελέσουν το καθεαυτό αντικείµενο αυτής της ανακοίνωσης, αντίθετα µε την αναπαράσταση τους σε δυο ναυαρχίδες των αντιµαχόµενων πόλων. Από τα πολλαπλά κριτήρια επιλογής των εντύπων που θα συγκρίναµε επιλέξαµε όχι της συνάφειας του είδους (είναι φανερό καθώς συγκρίνουµε µια εφηµερίδα κι ένα περιοδικό) αλλά την συγγένεια που παρουσιάζουν στην αναλογία µεταξύ της δηµόσιας τουλάχιστον “ανεξαρτησίας” και παρόλα αυτά εµβληµατικής θέσης στους πολιτικούς πόλους που εκπροσωπούν. Με άλλα λόγια ούτε ο Ελληνικός Βορράς ούτε το “Οι Δρόµοι της Ειρήνης” (σε αντίθεση πχ µε την Αυγή, την µοναδική κατ’ ουσίαν αριστερή εφηµερίδα στα χρόνια της παρανοµίας, αφού πχ στον τοπικό τύπο αντίστοιχο έντυπο µε τον ελληνικό Βορρά εξ αριστερών ήταν κάτι το αδιανόητο) είναι επίσηµα κοµµατικά όργανα. Διατηρούν παρόλα αυτά µια τεράστια δύναµη επιρροής στο κοινό στο οποίο απευθλύνονται, ως “κανάλι” επίσηµης ανάγνωσης του κράτους ο Βορράς και του Κινήµατος Ειρήνης οι “Δρόµοι”. στ. Σχολιασµός Είναι κοινός τόπος ότι η αναπαράσταση του κόσµου που διαχέεται µέσα από τα συστηµικά µίντια δεν αποτελεί ουδέτερη καταγραφή της καθεαυτό πραγµατικότητας, αλλά µια εκδοχή της που συνυφαίνεται µε τις κυρίαρχες κοινωνικές, οικονοµικές και πολιτικές συντεταγµένες. Aποτελεί έτσι προσπάθεια καθιέρωσης του αυτονόητου της κοινωνικής ηγεµονίας, στην οποία αντιπαραβάλλονται εναλλακτικοί τρόποι πληροφόρησης, το φαινόµενο της περίφηµης αντιπληροφόρησης12, που αναπτύσσουν συχνά τις δικές τους στρατηγικές αντιπροπαγάνδας. Σε σχέση µε την καθεαυτό σύγκριση µας είναι προφανές ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις στον τρόπο που καταγράφεται η ζώσα ιστορία µεταξύ µιας εφηµερίδας που γράφει εν βρασµώ και ενός περιοδικού που (µε εξαίρεση το ιστορικό τεύχος που κυκλοφόρησε µετά την δολοφονία κι αποτελεί βασική µας ύλη) έχει την πολυτέλεια της επεξεργασίας. Παρόλα αυτά η χρησιµότητα της σύγκρισης δεν αίρεται αφού η σηµαντικότητα των δυο εντύπων στον χώρο που εκπροσωπούν καθώς και τα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά των πολιτικών τους αναγνώσεων παραµένουν, τα οποία θα εξετάσουµε από την σκοπιά των πολιτισµικών σπουδών και της κριτικής θεωρίας. Γενικότερα, κάθε φορά που ένα οριακό γεγονός συµβαίνει επιδρά στον τρόπο πρόσληψης τόσο του συλλογικού µας (εθνικού ή πολιτικού) εαυτού όσο και του άλλου. Η δολοφονία Λαµπράκη αµφισβητεί την πρωτοκαθεδρία και την πλήρη κάλυψη µιας δράκας ακραίων που οδήγησαν µέχρι και στην παραίτηση του εκλεγµένου πρωθυπουργού της χώρας, παρά το αδιαµφισβήτητο των πολιτικών και όχι προσωπικών ευθυνών του εκείνη την εποχή. Κατά τον Brehm13 «κάθε φορά που µια προσιτή συµπεριφορά αποσύρεται» (ή υπάρχει κίνδυνος να αποσυρθεί) «από το πεδίο των δυνατοτήτων ενός ατόµου, προκαλείται µια κατάσταση ψυχολογικής αναδραστικότητας και η οποία εκφράζεται µε την τάση ανάκτησης της προγενέστερης χαµένης κατάστασης» µε πλήρη άρνηση είτε του συµβάντος είτε µε 12 https://www.academia.edu/8955622/%_Διδακτορική Διατριβή_ Πολιτικές_και_πολιτισµικές_διαστάσεις_των_κοινωνικών_κινηµάτων_Η_περίπτωση_του_ανταγωνιστικού_κιν ήµατος_στην_Ελλάδα1974-1998_ 13 (Brehm, 1966, 1981, όπως αναφέρεται στο Παπαστάµος, 1989, 59) απαξίωση της αντίπαλης κριτικής. Η ένταση της ψυχολογικής αναδραστικότητας είναι συνάρτηση τριών κυρίως παραγόντων που επηρεάζουν το µέγεθος της προσλαµβανόµενης ως απειλής: α. Της σπουδαιότητας που προσλαµβάνει η αποσυρόµενη συµπεριφορά, κάτι που έχει να κάνει µε το οικοσυστηµικό ζητούµενο κάθε τόπου, αφού π.χ. στην Ελλάδα παράµετροι όπως το οµόθρησκον είναι εξαιρετικά σηµαντικοί, β. της αναλογίας ανάµεσα σε αυτό που είναι (ή εκλαµβάνεται ως) αποσυρόµενο και των συµπεριφορών που παραµένουν προσιτές ή εφικτές και τέλος γ. του µεγέθους της πραγµατικής ή φανταστικής απειλής που νιώθει ότι βιώνει (ή ασκείται) πάνω στο άτοµο. Και τα τρία συναντιούνται στην αναπαράσταση των γεγονότων που επιχειρείται από τον Ελληνικό Βορρά όπου παρατηρούµε να προβάλλεται µε ιδιαίτερη έµφαση το Ιδεολόγηµα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης εξαιτίας του κοµµουνιστικού κινδύνου, παρά τον διαχωρισµό του µεταπολεµικού κόσµου σε ευκρινείς και κατ' ουσίαν πανίσχυρες κι αδιατάρακτες ζώνες επιρροής Ανατολής και Δύσης. Έτσι η αναπαράσταση των γεγονότων ξεκινά µε την ουδέτερη διατύπωση “Αιµατηρά Σύρραξις εις Θεσσαλονίκην κατά Συγκέντρωσιν ‘Φίλων της Ειρήνης’” (Πρωτοσέλιδο 23ης Μαίου 1963, φωτογραφία 1), η οποία σε µια δεύτερη ανάγνωση ενοχοποιεί την “Συγκέντρωσιν των Φίλων της Ειρήνης”. 
Ενώ την 26η Μαίου (µία µόλις ηµέρα µετά τον θάνατο) η προτεραιότητα είναι πια να καταγγελθει η “εθνική απρέπεια” της αντιπολίτευσης (της Ένωσης Κέντρου) που “σκυλεύει το πτώµα του Λαµπράκη” (φωτογραφία 2). Στο ίδιο φύλλο τα περιστατικά γίνεται προσπάθεια να αποδοθούν σε συνοµωσία “κατά της Ελλάδος”. Η εφηµερίδα θριαµβολογεί “εναντίον των ταραχοποιών” αποδεχόµενη ως θέσφατο την έκθεση του αστυνοµικού διευθυντή Θεσσαλονίκης (φωτογραφία 3), ενώ χαρακτηρίζεται ως “αδιανόητος η άποψις ότι η επίθεσις ενηργήθη τη ανοχή των αρχών”, ώστε να απονοµιµοποιηθεί κάθε αντίθετη άποψη. Η εφηµερίδα (κι είναι ενδιαφέρουσα η τελεσιδικία προ δίκης για τον µάρτυρα Σωτηρχόπουλο στο κάτω µέρος της φωτογραφίας) κλείνει βιαστικά “µε ανακούφισιν” µια υπόθεση που µόλις άρχιζε. Η ανάγκη διαλεύκανσης των γεγονότων απουσιάζει εξ ολοκλήρου λοιπόν αφού δηµοσιεύονται µόνο οι επίσηµες αναφορές και ανακοινώσεις των αρχών της πόλης. Άλλωστε νόµοι που ψηφίζονται για την σωτηρία της πατρίδας πολλές φορές όπως επισηµαίνεται14 ακροβατούσαν ή ξεπερνούσαν τα όρια της συνταγµατικότητας και ουσιαστικά οικοδοµούν σιγά-σιγά ένα κράτος εντελώς διαφορετικό από το κράτος µιας δυτικού τύπου αστικής δηµοκρατίας της εποχής. Η υπεράσπιση των θεσµών, της πόλης, της αστυνοµίας, της κυβέρνησης, γίνεται έτσι µια κεντρική επιλογή υπενθυµίζοντας τις πολιτικές ρητορικές που αναπτύσσονται στην προσπάθεια της όποιου χρώµατος εξουσίας να διαπραγµατευτεί µε στρατηγικές ή σχήµατα-λόγου την νέα πραγµατικότητα µετά από ένα οριακό συµβάν. 15 Μιλώντας για την µεταβολή που υπέστη στην ιστορική δαδροµή του το «Πρόταγµα της Ασφάλειας» οι Jackson & Towle16 µιλούν µε τον τρόπο τους για "διάχυση της ευθύνης" που συνέβη στα εθνικά κράτη, και τις στρατηγικές που αυτό το αίσθηµα της "διαρκούς ανασφάλειας" συνέβαλλε στο να αναπτυχθούν. Ανάµεσα τους, µετά την διαπραχθείσα ακρότητα ή κατά την έµπρακτη διάρκεια της, η µετατόπιση του κέντρου βάρους στην δηµόσια ρητορική από το “ηρωϊκό” (το οποίο γραφικοποιείται και ταυτίζεται µε το “ακραίο”) στο “µετριοπαθές”, η µετατόπιση από την µακροκλίµακα των 14 (Μαρίνος, 2014) 15 (Καρασαββίδου, 2012) 16 (Jackson & Towle, 2006, 14) µεγάλων ιδεών κι ιδεολογιών (αυτό που η κοινωνική ανθρωπολογία αποκαλεί ανθρωπολογικές σταΘερές17) στην µικροκλίµακα συµπεριφορών κι αξιών, που οι κάτοχοι της “αρχής” εκπροσωπούν αποκλειστικά µεγαλύνοντας την ύπαρξη της ράτσας, ενώ οι “αντίπαλοι” διαβάλλουν. Οι όροι και οι προβαλλόµενες λέξεις είναι έτσι µεγαλόστοµες, “πατρίδα”, “έθνος”, “ασφάλεια”, ”συνοµωσία”, “έκτακτη ανάγκη”. Ουσιαστικά η αναπαράσταση µέσω της εφηµερίδας θέτει το ζήτηµα τι συµβαίνει όταν µία κοινωνία (όπως η Ελληνική και δη η Θεσσαλονικιώτικη της δεκαετίας του ’60) πρέπει να προσαρµοστεί στις απαιτήσεις ενός εθνικού κράτους των Βαλκανίων όπου τόσο η ορθή ιδεολογία όπως η γλώσσα όσο και η θρησκεία εθνικοποιήθηκαν18, υπερασπίζοντας το φαντασιακό µιας “εθνικής συλλογικότητας εν κινδύνω”. 
Εν αντιθέσει στους “Δρόµους της Ειρήνης” έχουµε την προβολή της “προσωπικότητας” ως εναλλακτικής προσέγγισης απέναντι στους απρόσωπους θεσµούς. Στο ιστορικό µεταθανάτιο τεύχος των “Δρόµων” (φωτογραφία 4) η επιλογή δεν είναι µια κινηµατική φωτογραφία του Λαµπράκη ως πολιτικού υποκειµένου, αλλά µια προσωπική, η φωτογραφία µε άλλα λόγια µιας “ανθρωπολογικής σταθεράς” (δάνειο όπως επισηµάναµε ο όρος από την κοινωνική ανθρωπολογία) 19 µε ένα θέµα πανανθρώπινο, όπως ένας πατέρας µε το παιδί του. Στην προσέγγιση των “Δρόµων” έχουµε από την µια έχουµε αναπαραγωγή των προτύπων της βαθιά ενσωµατωµένης κουλτούρας στην οποία η οικογένεια χρησιµοποιείται συχνά για να συγκινήσει, παρόλο που δρα ως το χαµηλότερο σκαλί στην κλίµακα της ιεραρχίας20. Με τον τρόπο η “εναλλακτική κριτική” του αντίπαλου πολιτικού πόλου δεν είναι τόσο ριζοσπαστική κι αποτελεί στοιχείο µιας οµοιότροπης διαφορετικότητας21, και µάλιστα σε εποχή, όπως επεσήµανε η νέα γαλλική κοινωνιολογική σχολή22 -δεκαετία του ’60- που η πολυπολιτισµικότητα δεν αφορούσε «εθνοτικούς άλλους» όπως στην εποχή της έντονης µετανάστευσης προς την Δύση (δεκαετία του ’90 και δώθε) αλλά την ευθεία αµφισβήτηση των ποικίλων εκφάνσεων «κανονικότητας» από εναλλακτικές ιδεολογικές προτάσεις και οµάδες, ιδεολογικών, µουσικών, σεξουαλικών κλπ. Αλλά από την άλλη έχουµε και χρήση του λεγόµενου νεοτερικού ήρωα23. 
Όπως είναι φυσικό σε ένα τεύχος που βγαίνει µετά από ένα τέτοιο οριακό γεγονός, ο φόρος τιµής που αποδίδεται στον νεκρό είναι σηµαντικός και φορτισµένος. Μετρήσαµε πως δεν υπάρχει ούτε µια σελίδα στην οποία να µην αναφέρεται το όνοµα του Λαµπράκη, ενώ περιλαµβάνει άρθρα, γραπτά, ποιήµατα και έργα τέχνης των Γιάννη Ρίτσου, Νικηφόρου Βρεττάκου, Μποστ, Μανώλη Παπουτσάκη, Μίκυ Θεοδωράκη, Μίνου Αργυράκη, µε τον λαό ως θεµέλιο και προσκυνητή του µάρτυρα-ήρωα, (φωτογραφία 5) κ.ά., καθώς και του ίδιου του Γρηγόρη Λαµπράκη, αφού παρατίθενται σελίδες από το προσωπικό του ηµερολόγιο. Όσον αφορά τις πολιτισµικές σπουδές και την κριτική θεωρία αξίζει να επισηµάνουµε ότι σε αντίθεση µε τον κόσµο του Μεσαίωνα που υπήρξε -λιγότερο ή περισσότερο- “συλλογικός”, στον κόσµο της νεοτερικότητας η προσπάθεια συσσώρευσης «συµβολικού κεφαλαίου» που επέφερε η «κεντροποίηση» της προσωπικότητας στην κοινωνία, παρήγαγε 17 (ό.π, υποσηµείωση 13) 18 (Ballibar, and Wallerstein, 1991) 19 (Wierlacher, 1993, 19-112) 20 (Hill, 1964) 21 (Καρασαββίδου, 2012) 22 (Althusser, 1976), (Avigdor, 1972, 154-168), (Barthes, 1973) 23 (Bauman, 1992) (εντονότερους, αφού υπήρξαν ως αρχέτυπα και πριν) «ήρωες» 24 (φωτογραφία 6). Φιγούρες που δεν ξέφευγαν φυσικά από τις απαιτήσεις των ηγεµονικών κωδίκων της κοινωνίας που τους παρήγαγε, παρά τις ιδιόµορφες εκδοχές των δηµιουργών τους. Έτσι οι φράσεις που εντοπίζουµε στα τεύχη των Δρόµων είναι: “Κρατούσες στ’ ανοιχτά σου χέρια την ΕΛΛΑΔΑ... 
Μαζί σου όλοι µαζί ανεβαίνουµε- γι’ αυτό ανεβαίνουµε πρωταθλητή µας, Μαραθρονοδρόµε µας...”25 (Ρίτσος) ”Υπάρχουν οι µεγάλες αποδείξεις που βεβαιώνουν πως το έθνος υπάρχει. Και τόσο η ζωή όσο κι ο θάνατος υπήρξαν µια τέτοια απόδειξη. Μια λαµπρή απόδειξη που βεβαιώνει πως η χειµαζώµενη αυτή χώρα, η έκθετη στην ασέβεια και στην καταδροµή, η καταπατηµένη από τα ίδια της τα σαπρόφυτα, διατηρεί ανέπαφες τις µεγάλες της ρίζες...Πως µέσα της κλείνει µιαν αυτοτελή ζωή, µιαν αυτοτελή µοίρα, έναν αυτοτελή ήλιο...Τόσο η ζωή όσο και ο θάνατος του Λαµπράκη, απόδειξε πως υπάρχουν. Ο νεκρός που έγινε παρηγοριά και µας αποδόθηκε, που έγινε ελπίδα και µας αποδόθηκε...”26 “Μας είπαν πως θα πέθαινε αλλά εµείς τους είπαµε πως θα ζούσε...” “Ολόκληρος γίγαντας είναι δυνατόν να πεθάνει;” έλεγαν27 “ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ...”, όπου όπως περίπου ο Χριστός, ο Λαµπράκης µαζεύει γύρω του τους απόκληρους, τους “γύφτους”.

 “Ο Λαµπράκης ζει... 
Κάθε νέος και Λαµπράκης”28. Με τις αντίστοιχες πάντοτε καλλιτεχνικές σηµειολογίες. Επεκτείνοντας την ερµηνευτική προσέγγιση του Sennet για την «πτώση του δηµοσίου ανθρώπου» στη νεοτερικότητα και στο πολιτικό της πρότυπο, ο Δεµερτζής29 εξηγεί ότι στο νέο αστυακό περιβάλλον του 19ου αιώνα, που οξύνθηκε πολύ περισσότερο στον 20ό, αυξήθηκε η ορατότητα και µειώνεται η κοινωνικότητα […] αφού µέσω της ανάθεσης ο επώνυµος ήρωας παρέµεινε κι ενδυναµώθηκε ως δηµιουργός στη Δηµόσια Σφαίρα. Το όνοµα του πρωτοµάρτυρα υπερκαλύπτει τα πάντα σε εναν κόσµο µε την βαθιά ανάγκη συµβολισµών και συµβόλων. Αλλά η αγιοποιητική αυτή στάση είναι αφ' εαυτής ανθρωπολογική σταθερά αφού έρευνες στον χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας έχουν δείξει ότι τους αιώνες µαζικής δηµιουργίας αγίων (3ο µε 5ο αιώνα µ.Χ.) τα χαρακτηριστικά που αρκούσαν για να γίνει κάποιος άγιος ήταν: α) η γενναιόδωρη φιλανθρωπία, όπως αυτή που επέδειξε ως γιατρός ο Λαµπράκης και β) η αντίδραση στην εξουσία30 όπως επέδειξε ο ίδιος ως βουλευτής. Ο λαϊκός ήρωας λοιπόν “αγιάζεται” από τον περίγυρό του, για να αποτελεί η συµπεριφορά του ανάµνηση τόσο για την γειτνίαση των ανθρώπων και την πολιτική εξουσία όσο και ως διαπύρσιο παράδειγµα για αυτούς που διαφωνούν µε την εξουσία. 
Στους “Δρόµους” ο ήρωας-άγιος τιµάται όπως είναι λογικό και θεµιτό από προσωπικότητες του ίδιου βεληνεκούς, Θεοδωράκης, Βολονάκης, Ρίτσος και τόσοι άλλοι, κι ένα σηµαντικότατο συλλογικό κίνηµα όπως οι Λαµπράκηδες γεννιέται. Στο πεδίο όµως των αναπαραστάσεων, και παρά το απόλυτα κατανοητό αυτών των ευρύτερα επαναλαµβανόµενων άλλωστε µιντιακών επιλογών µε την χρήση προσωπικών στιγµών, και παρά τον µέγιστο σεβασµό στον νεκρό µε την χρήση αρχετυπικών συµβόλων, οι επιλογές αυτές δεν είναι πολιτιστικά ουδέτερες, και την ίδια στιγµή που χρησιµοποιούν θεµιτά 24 (Δεµερτζής 2002, 267-268) 25 (Ρίτσος, 1963, εσώφυλλο) 26 (Βρεττάκος, 2) 27 (Θεοδωράκης, 12) 28 (Μανιάτης, 19) 29 (Δεµερτζής 2002, 267-268) 30 (Brown, 1982, 19) πανανθρώπινους συµβολισµούς, θέτουν και το ερώτηµα του βαθµού αντανάκλασης της ηγεµονικής µατιάς στις εναλλακτικές “επαναστατικές” αναγνώσεις. Σε αυτήν την κατεύθυνση άλλωστε βοηθά η επισήµανση πως ακόµη κι όταν ένα ριζοσπαστικό γεγονός συµβεί (στην οικονοµία ή στην κοσµοαντίληψη και αυτοαντίληψη κι άρα στην ταυτότητα) και θα πρέπει να το αξιολογήσουµε και να το χρησιµοποιήσουµε, «το µυαλό µας είναι ήδη απεικασµένο από ένα πλαίσιο συµπερασµάτων, τυπικών σχηµάτων και εµπειρικών αντικειµένων»31. Αλλά το πλέον ενδιαφέρον σηµείο, το γνησιότερο όλων ίσως, είναι πως στην αναπαράσταση των γεγονότων στους “Δρόµους” που εκπροσωπούν θα λέγαµε την λαϊκή φωνή, υπάρχουν σύµβολα της γης που συναντάµε στο Δηµοτικό µας τραγούδι, συνδέοντας την πολιτική ρητορική µε την λογοτεχνική παράδοση: “Έπεσε ο Μέγας Δρυς στη γη” γράφει ο Ρίτσος32 ενώ ο Βρεττάκος σηµειώνει: πως “η µεγάλη αυτή χώρα... διατηρεί ανέπαφες τις µεγάλες της ρίζες” 33. Κι ο Μίκης προσέθεσε την συνυφασµένη µε την βαθύτερη λαϊκή παράδοση φράση: “είπαµε λέει µοιρολόγια έξω από το νοσοκοµείο όπου χαροπάλευε ο Γρηγόρης Λαµπράκης”.34. Αν ο Bachelar35 ανέδειξε την χρήση των παγκόσµιων συµβόλων όπως το δένδρο κι οι ρίζες του στην γραφή (ιδίως σε καιρούς τρικυµισµένους) είναι τα ίδια σύµβολα που φυτρώνουν όχι στην παγκοσµιότητα µα στον τόπο, εφαλτήριο για να σεβαστείς άλλωστε και τους τόπους των άλλων. Είναι ίσως αυτό που ο Αλεξίου36 έγραψε µε αφορµή τον Ρίτσο ότι “Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου”, ακριβώς γιατί ακουµπά στη γη και στα γεννήµατά της. Αυτό το “ακέρια” θυµίζει πως η λαϊκή µούσα περιγράφει απόλυτα την πολυεδρική παραδοσιακή ζωή και διασώζει τον εθνικό παλµό, σε σηµείο που ο µελετητής της Α. Passow37 να παρατηρεί έστω απλουστευτικά ότι οι υποθέσεις των ασµάτων, όπως και των ιστοριών θα προσθέταµε (είτε µε συντηρητικά είτε µε προοδευτικά στοιχεία ειπωµένες) είτε στηρίζονται σε λαϊκές παραδόσεις, είτε θα είναι πλαστές. Η επιφυλλίδα “Μέρα Μαγιού µου µίσεψες” 38 (φωτογραφία 7) όπως και φράσεις για “πάλεµα στα µαρµαρένια αλώνια” 39 στους “Δρόµους”, ή “Περπατά Μαζί µας” 40 που κάνουν αιώνιο τον νεκρό (θέτοντας το ερώτηµα για κοινούς τόπους αγιοποίησης και ηρωοποίησης) σπάνε τις επίσηµες πολιτικές ρητορικές όλων των πλευρών, και φέρνουν στην επιφάνεια, όπως σε κάθε τραγωδία, καθώς έχει γραφτεί, “την προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον ακατανόητο αέναο κύκλο της ζωής, της φθοράς, του θανάτου και της αναγέννησης” 41. ζ. Συµπεράσµατα Σε κάθε διαδικασία µετάβασης, όπως αυτή που προξενείτε από ένα οριακό γεγονός, όλες οι αντίρροπες δυναµικές χρησιµοποιούν κώδικες πολιτιστικούς για να εκφραστούν. Κώδικες που, την ίδια στιγµή που εκφράζουν την στιγµή της αγωνίας ή της ελπίδας, διατρέχουν 31 (Connerton, 1989, 6) 32 (Ρίτσος, 9) 33 (Βρεττάκος, 2) 34 ( Θεοδωράκης, 12) 35 (Bachelar, 1969) 36 (Αλεξίου, 20) ακόµη (Καθηµερινή, 14) 37 (Passow, 1958) 38 (Μανιάτης, 1963, 18) 39 (Δραγούµης, 1963, 15) 40 (Σαββίδης, 19) 41 (ό.π. Αλεξίου, 2008) κριτικά ή όχι τον χρόνο που τους συµπεριλαµβάνει αλλά αδυνατούν να ξεπεράσουν συνήθως την κοινωνία που τους δηµιουργεί. Έρευνες σε σχέση µε την προσαρµοστικότητα των ταυτοτήτων έχουν αναδείξει ότι από τις πολλαπλές ταυτότητες του σύγχρονου ανθρώπου, αυτή που προηγείται κάθε φορά είναι αυτή που συνάδει µε το ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής αναφοράς42. Πλαίσιο το οποίο «καθορίζεται» από τις εκάστοτε συντεταγµένες της «δυναµικής ισορροπίας»43 µεταξύ των ηγεµονικών πρακτικών, των κοινωνικοοικονοµικών «αναγκών», και των εναλλακτικών προσεγγίσεων. Οι βιοπολιτικές προσταγές µορφοποιούν το πλέγµα αυτό καθώς «πραγµατώνονται µέσω των διαπλοκών βιολογικής και πολιτικής ύπαρξης, κοινωνίας και σεξουαλικότητας, σώµατος και πληθυσµού, εθνικής πολιτικής και αναπαραγωγικής στάσης των κοινωνικών υποκειµένων» 44. Η φυσική παρουσία των µελών του κινήµατος Ειρήνης στον Δηµόσιο χώρο µιας βαθιά απεικασµένης από ακραίους ετερόδοξους πόλης θεωρήθηκε απειλή, υπενθυµίζοντας ότι στις διάφορες προσεγγίσεις που σηµάδεψαν την παραγωγή ταυτοτήτων τους τελευταίους αιώνες, ο «άλλος» αντιµετωπιζόταν τις περισσότερες φορές ως «Απειλή», σε ένα έθνος κράτος που εννοώντας την ετερότητα ως εχθρικό πόλο της κοινωνικής συνοχής προσπάθησε να «θεσµοποιήσει» τόσο τις κοινωνικές όσο και την υπαρξιακές ερωτήσεις του υποκειµένου. 
Παρείχε για τον σκοπό αυτόν µια µεταφυσική σχεδόν εξήγηση για τη ζωή και τον θάνατο µέσα από την συλλογική αθανασία, ένα νόηµα για την ύπαρξη µας45, που δικαιολογούσε ακόµη και την φυσική εξόντωση του διαφορετικού. Εξεφρασµένο µε βαρύγδυπες λέξεις και ορολογίες των Μάη του ’63. Το κορµί του νεκρού την ίδια στιγµή, κορµί του πατέρα, του πρωταθλητή, του πολιτικού εκπροσώπου σηµαντικής µερίδας πολιτών, και την ίδια στιγµή και του µοναχικού υπερασπιστή για την αντιπληροφόρηση, επηρεάζονται από την επανανοηµατοδότηση της σχέσης «δηµόσιου/ιδιωτικού» που «συνέβη» υπό το φως των κοινωνικοπολιτισµικών, οικονοµικών και τεχνολογικών δεδοµένων της ύστερης νεοτερικότητας. Ο επαναπροσδιορισµός των ηθικών αξιών που έφερε µαζί της, επέφερε και µια σύγκρουση µεταξύ του δηµόσιου και του ιδιωτικού που απεικονίστηκε στους (ενσωµατωµένους κυρίως) κύκλους των αναπαραστάσεων και της κατανάλωσης. Η ενσωµάτωση στις κυρίαρχες αξίες και η µαζική κουλτούρα, έχει επισηµάνει ο Ρούσης αναφερόµενος στον Τορτ46 διέπονται από µια διαταξικότητα, καθώς οι διαδικασίες και τα ιδεολογήµατα αντανακλώνται στους διάφορους κοινωνικούς χώρους ή θεσµούς. Χρησιµοποιούνται, έτσι, πανανθρώπινα σύµβολα και µοτίβα των λαϊκών παραδόσεων και των δηµοτικών τραγουδιών. Στο τέλος της ταινίας “Without you I’m nothing” η πρωταγωνίστρια Σάρα Μπερνάρ τυλίγεται µε µια αµερικάνικη σηµαία. 
Με αυτόν τον τρόπο εκθέτει το σώµα της ως ιδεολογικό (εθνικό στην περίπτωση της Μπερνάρ, ιδεολογικό στην περίπτωση του Λαµπράκη) σώµα. Η Μπερνάρ κάνει το σώµα της σηµαία για να ταυτίσει µια ερωτική φαντασίωση που φωνασκεί µε µια φαντασίωση που υποβόσκει, αλλά είναι παρόλα αυτά παρούσα: πειθαρχική δέσµευση του σώµατος στην εθνική και όχι µόνο εικονοποιϊα, την οργάνωση του εαυτού σε τελετουργικές εικόνες, που δείχνουν τα σηµεία στα οποία οι δύο σχέσεις πολιτικής και βιολογικής εικονοποιίας διασταυρώνονται και διεκδικούν από κοινού 42 (Pittinsky, Shih, Ambady, 1999) 43 (Pareto, 1971) 44 (Parker, Russo, Sommer, Yaeger, 1991) 45 (Kitromilides, 1989) 46 (Ρούσης, 131) το σχηµατισµό ενός αναπόδραστου πλέγµατος. 

Βιβλιογραφικές αναφορές 

Αλεξίου Χρίστος: « Γιάννης Ρίτσος: Τέτοια η Ζωή και η Ποίηση, Ένα και τα Δυο», Θέµατα Παιδείας, τεύχος 37, 38, (2009): 18-50 (αναφορά σε Χρύσα Προκοπάκη). 
Althusser, Luis: ‘Contradiction and Overdetermination,’ London, NLB, 1976. 
Avigdor Richard: “Etude experimentale de la genese des stereoptypes”, cahiers Internationaux de Socilogie, vol. 14, (1959): 154-168. Bachelard Gastone: 1969, «The Poetics of Space» Boston Beacon Barthes, Roland: «Mythologies», London, HarperCollins, 1973. Ballibar, Ettiene Wallerstein, Immanuel: Race Nation Class ambiguous Identities, London, (Verso) 1991. Bauman, Zigmund: 1992, «Intimations of Postmodernity», London, Routledge, 1992. 
Βρεττάκος, Νικηφόρος: «Ο Νεκρός», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα, (1963): 2. Θεοδωράκης, Mίκης: «Τιµητική Φρουρά», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα (1963): 12. Bien, Peter: “Inventing Greece” Journal of Modern Greek Studies - Volume 23, Number 2, October, (2005): 217-234. Brown, Peter: Society and the holy in the late antiquity, University of California Press Berkeley and Los Angeles, California, 1982. Connerton, Paul: How Societies Remember, Cambridge, Cambridge University Press,1989. Δεµερτζής, Νίκος: Πολιτική Επικοινωνία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2002. Δούκας Νίκος: «Νίκος Νικηφορίδης, ο Πρωτοπόρος του Κινήµατος Ειρήνης», Η ΕΡΕΥΝΑ αρ. Φύλλου 15737, (2011): 46. Δραγούµης, Μάρκος: «Το Ψυχορράγηµα ενός Ήρωα», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα (1963): 14-17. Hill, Cristopher: Society and Puritanism in Pre- Revolutionary England, London, Secker and Warburg, 1964. Gourgouris, Stathis: Dream Nation: Enlightenment, Colonization, and the Institution of Modern Greece. Stanford, California: Stanford University Press, 1996. Jackson Robert & Towle Philip: Temptations of Power, London, Palgrave Macmillan, 2006.
Καρασαββίδου Ελένη: Η Εικόνα του Άλλου στην Ελληνική Παιδική Λογοτεχνία, Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη, ΤΕΠΑΕ, 2012.
Kiberd, Declan: Inventing Ireland. Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1995. Kitromilides, P.M.: “Imagined Communities' and the Origins of the National Question in the Balkans”, European History Quarterly 19/2, April, (1989): 149-192. Μανιάτης, Γιώργος: «Μέρα Μαγιού µας Μίσεψες», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα (1963): 18- 21 και 59. Μανιάτης, Γιώργος: “Κι Αναστήθηκε” Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα (Ιούνιος 1964): 18-19. Παπαστάµος Στάµος: Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία, Αθήνα Οδυσσέας, 1989. Pareto, Vilfredo: Manual of Political Economy, Augustus M. Kelley, 1971. Parker Andrew, Russo Mary, Sommer Doris and Yaeger Patricia, (ed.): Nationalisms and sexualities, Routledge, New York and London, 1991 Passow, Arnoldvs: Δηµοτικά τραγούδια, Εκδ. Ν.Νίκας, Χ. Σπανός, Αθήνα, 1958. Pittinsky, Todd Shih, Margaret, and Ambady, Nalini: “Identity adaptiveness: Affect across multiple identities”, Journal of Social Issues, 55, (1999): 503-518. Ρίτσος Γιάννης: Έλληνες Ποιητές, Τόµος Α, 14, Αθήνα, Καθηµερινή, 2014. Ρίτσος, Γιάννης: «Μπροστά σε µια Φωτογραφία του Λαµπράκη», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα, (1963): εσώφυλλο (αναρίθµητο). Ρίτσος, Γιάννης: «Επίγραµµα για τον Λαµπράκη», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα, (1963): 9. Ρούσης, Γιώργος: Ο Λόγος στην Ουτοπία, Αθήνα, Γκοβόστης, 1984. Σαββίδης, Γιάννης: «Περπατά Μαζί Μας», Δρόµοι της Ειρήνης, Αθήνα (1963): 19. Σκλιάς Παντελής, Χουλιάρας Αστέρης: Η Διπλωµατία των Πολιτών, Παπαζήσης, Αθήνα, 2002. Wierlacher, Alois: kulturthema Fremdheit, Munchen, 1993. Webography Μαρίνος Κωνσταντίνος: https://www.academia.edu/4788744/Οι_νοµικές_βάσεις_οικοδόµησης_του_µετεµφυλιακού_κράτους_1944-1952 http://www.eliamep.gr/old/eliamep/files/op0201.PDF https://www.academia.edu/8955622/%_Διδακτορική_Διατριβή_Πολιτικές_και_πολιτισµικές_ διαστάσεις_των_κοινωνικών_κινηµάτων_Η_περίπτωση_του_ανταγωνιστικού_κινήµατ ος_στην_Ελλάδα1974-1998_ http://eedye.gr/ιστορικές-µορφές-του-κινήµατος-ειρήν/


___________
Ανακοίνωση στο Πέμπτο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου